διαμαρτύρασθαι
<< διαμαρτυράμενοι
διαμαρτύρασθαι

διαμαρτύρασθαι (diamartyrasthai) — 2 Occurrences

Acts 10:42 V-ANM
BIB: λαῷ καὶ διαμαρτύρασθαι ὅτι οὗτός
NAS: to the people, and solemnly to testify that this
KJV: and to testify that
INT: people and to testify fully that he

Acts 20:24 V-ANM
BIB: κυρίου Ἰησοῦ διαμαρτύρασθαι τὸ εὐαγγέλιον
NAS: Jesus, to testify solemnly of the gospel
KJV: Jesus, to testify the gospel
INT: Lord Jesus to testify fully the gospel


Strong's Greek 1263
15 Occurrences


διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.

διελογίζοντο — 5 Occ.
διαλογισμῶν — 3 Occ.
διαλογισμοὶ — 4 Occ.
διαλογισμοῖς — 1 Occ.
διαλογισμὸν — 1 Occ.
διαλογισμὸς — 1 Occ.
διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.
διελύθησαν — 1 Occ.
διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.
διαμαρτύρεταί — 1 Occ.
Διαμαρτύρομαι — 2 Occ.
διαμαρτυρόμενος — 4 Occ.
διεμαρτυράμεθα — 1 Occ.
διεμαρτύρατο — 2 Occ.
διεμαρτύρω — 1 Occ.
διεμάχοντο — 1 Occ.
διαμείνῃ — 1 Occ.
διαμεμενηκότες — 1 Occ.


<< διαμαρτυράμενοι
διαμαρτύρασθαι

Englishman's Greek Concordance