διαλογισμῶν
<< διελογίζοντο
διαλογισμῶν

διαλογισμῶν (dialogismōn) — 3 Occurrences

Romans 14:1 N-GMP
BIB: εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν
NAS: [but] not for [the purpose of] passing judgment on his opinions.
KJV: not to doubtful disputations.
INT: for decisions of thoughts

Philippians 2:14 N-GMP
BIB: γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν
NAS: grumbling or disputing;
KJV: murmurings and disputings:
INT: murmurings and disputings

James 2:4 N-GMP
BIB: ἐγένεσθε κριταὶ διαλογισμῶν πονηρῶν
NAS: judges with evil motives?
KJV: judges of evil thoughts?
INT: became judges [having] thoughts evil


Strong's Greek 1261
14 Occurrences


διαλογισμῶν — 3 Occ.
διαλογισμοὶ — 4 Occ.
διαλογισμοῖς — 1 Occ.
διαλογισμὸν — 1 Occ.
διαλογισμὸς — 1 Occ.
διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.

διαλέκτῳ — 6 Occ.
διαλλάγηθι — 1 Occ.
διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.
διαλογισμοὶ — 4 Occ.
διαλογισμοῖς — 1 Occ.
διαλογισμὸν — 1 Occ.
διαλογισμὸς — 1 Occ.
διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.
διελύθησαν — 1 Occ.
διαμαρτυράμενοι — 1 Occ.
διαμαρτύρασθαι — 2 Occ.
διαμαρτύρηται — 1 Occ.


<< διελογίζοντο
διαλογισμῶν

Englishman's Greek Concordance