διαλογιζομένων
<< διαλογίζεσθε
διαλογιζομένων

διαλογιζομένων (dialogizomenōn) — 1 Occurrence

Luke 3:15 V-PPM/P-GMP
BIB: λαοῦ καὶ διαλογιζομένων πάντων ἐν
NAS: and all were wondering in their hearts
KJV: and all men mused in their
INT: people and were wondering all in


Strong's Greek 1260
16 Occurrences


διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.

διαλεγόμενος — 2 Occ.
διαλεγομένου — 2 Occ.
διελέχθησαν — 1 Occ.
διελέγετο — 4 Occ.
διελέξατο — 2 Occ.
διέλιπεν — 1 Occ.
διαλέκτῳ — 6 Occ.
διαλλάγηθι — 1 Occ.
διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.
διαλογισμῶν — 3 Occ.
διαλογισμοὶ — 4 Occ.
διαλογισμοῖς — 1 Occ.
διαλογισμὸν — 1 Occ.
διαλογισμὸς — 1 Occ.


<< διαλογίζεσθε
διαλογιζομένων

Englishman's Greek Concordance