διελογίζεσθε
<< διαλογίζονται
διελογίζεσθε

διελογίζεσθε (dielogizesthe) — 1 Occurrence

Mark 9:33 V-IIM/P-2P
BIB: τῇ ὁδῷ διελογίζεσθε
NAS: them, What were you discussing on the way?
KJV: What was it that ye disputed among
INT: the way were you discussing


Strong's Greek 1260
16 Occurrences


διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.

διελέγετο — 4 Occ.
διελέξατο — 2 Occ.
διέλιπεν — 1 Occ.
διαλέκτῳ — 6 Occ.
διαλλάγηθι — 1 Occ.
διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.
διαλογισμῶν — 3 Occ.
διαλογισμοὶ — 4 Occ.
διαλογισμοῖς — 1 Occ.
διαλογισμὸν — 1 Occ.
διαλογισμὸς — 1 Occ.
διαλογισμοῦ — 1 Occ.
διαλογισμοὺς — 3 Occ.
διελύθησαν — 1 Occ.


<< διαλογίζονται
διελογίζεσθε

Englishman's Greek Concordance