διέλιπεν
<< διελέξατο
διέλιπεν

διέλιπεν (dielipen) — 1 Occurrence

Luke 7:45 V-AIA-3S
BIB: εἰσῆλθον οὐ διέλιπεν καταφιλοῦσά μου
NAS: the time I came in, has not ceased to kiss
KJV: hath not ceased to kiss my
INT: I came in not ceased kissing my


Strong's Greek 1257
1 Occurrence


διέλιπεν — 1 Occ.

διεκώλυεν — 1 Occ.
διελαλεῖτο — 1 Occ.
διελάλουν — 1 Occ.
διαλέγεται — 1 Occ.
διαλεγόμενον — 1 Occ.
διαλεγόμενος — 2 Occ.
διαλεγομένου — 2 Occ.
διελέχθησαν — 1 Occ.
διελέγετο — 4 Occ.
διελέξατο — 2 Occ.
διαλέκτῳ — 6 Occ.
διαλλάγηθι — 1 Occ.
διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.
διαλογίζονται — 1 Occ.
διελογίζεσθε — 1 Occ.
διελογίζετο — 2 Occ.
διελογίζοντο — 5 Occ.


<< διελέξατο
διέλιπεν

Englishman's Greek Concordance