διαλεγομένου
<< διαλεγόμενος
διαλεγομένου

διαλεγομένου (dialegomenou) — 2 Occurrences

Acts 20:9 V-PPM/P-GMS
BIB: ὕπνῳ βαθεῖ διαλεγομένου τοῦ Παύλου
NAS: and as Paul kept on talking, he was overcome
KJV: was long preaching, he sunk down
INT: by sleep deep as talked Paul

Acts 24:25 V-PPM/P-GMS
BIB: διαλεγομένου δὲ αὐτοῦ
NAS: But as he was discussing righteousness,
KJV: And as he reasoned of righteousness,
INT: reasoned moreover he


Strong's Greek 1256
13 Occurrences


διαλέγεται — 1 Occ.
διαλεγόμενον — 1 Occ.
διαλεγόμενος — 2 Occ.
διαλεγομένου — 2 Occ.
διελέχθησαν — 1 Occ.
διελέγετο — 4 Occ.
διελέξατο — 2 Occ.

διεκρίθη — 1 Occ.
διεκρίθητε — 1 Occ.
διακρίσεις — 2 Occ.
διάκρισιν — 1 Occ.
διεκώλυεν — 1 Occ.
διελαλεῖτο — 1 Occ.
διελάλουν — 1 Occ.
διαλέγεται — 1 Occ.
διαλεγόμενον — 1 Occ.
διαλεγόμενος — 2 Occ.
διελέχθησαν — 1 Occ.
διελέγετο — 4 Occ.
διελέξατο — 2 Occ.
διέλιπεν — 1 Occ.
διαλέκτῳ — 6 Occ.
διαλλάγηθι — 1 Occ.
διαλογίζεσθαι — 1 Occ.
διαλογίζεσθε — 4 Occ.
διαλογιζομένων — 1 Occ.
διαλογιζόμενοι — 1 Occ.


<< διαλεγόμενος
διαλεγομένου

Englishman's Greek Concordance