διαφύγῃ
<< 1308
1309. διαφεύγω (diapheugó)

Strong's Greek: 1309. διαφεύγω (diapheugó) — 1 Occurrence

Acts 27:42 V-ASA-3S
BIB: τις ἐκκολυμβήσας διαφύγῃ
NAS: [of them] would swim away and escape;
KJV: should swim out, and escape.
INT: anyone having swum out should escape


Strong's Greek 1309

διαφύγῃ — 1 Occ.

διέτριψαν — 1 Occ.
διατροφὰς — 1 Occ.
διαυγάσῃ — 1 Occ.
διαυγής — 1 Occ.
διαφέρει — 4 Occ.
διαφέρετε — 4 Occ.
διαφερομένων — 1 Occ.
διαφέροντα — 2 Occ.
διενέγκῃ — 1 Occ.
διεφέρετο — 1 Occ.
διαφημίζειν — 1 Occ.
διεφήμισαν — 1 Occ.
διεφημίσθη — 1 Occ.
διαφθεῖραι — 1 Occ.
διαφθείρει — 1 Occ.
διαφθείρεται — 1 Occ.
διαφθείροντας — 1 Occ.
διεφθάρησαν — 1 Occ.
διεφθαρμένων — 1 Occ.
διαφθοράν — 6 Occ.


<< 1308
1309. διαφεύγω (diapheugó)

Englishman's Greek Concordance