μετεμελόμην
<< μετεμελήθητε
μετεμελόμην

μετεμελόμην (metemelomēn) — 1 Occurrence

2 Corinthians 7:8 V-IIM/P-1S
BIB: εἰ καὶ μετεμελόμην βλέπω γὰρ
NAS: it; though I did regret it -- [for] I see
KJV: though I did repent: for
INT: if even I did regret I see indeed


Strong's Greek 3338
6 Occurrences


μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.

μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.
μετάλημψιν — 1 Occ.
μετήλλαξαν — 2 Occ.
μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μεταμορφούμεθα — 1 Occ.
μεταμορφοῦσθε — 1 Occ.
μετεμορφώθη — 2 Occ.
μετανοῆσαι — 1 Occ.
μετανοησάντων — 1 Occ.
Μετανοήσατε — 2 Occ.
μετανοήσῃ — 2 Occ.
μετανοήσῃς — 1 Occ.
μετανοήσωσιν — 1 Occ.
μετανόησον — 5 Occ.


<< μετεμελήθητε
μετεμελόμην

Englishman's Greek Concordance