μεταλαμβάνειν
<< μεταλαμβάνει
μεταλαμβάνειν

μεταλαμβάνειν (metalambanein) — 1 Occurrence

2 Timothy 2:6 V-PNA
BIB: τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν
NAS: to be the first to receive his share of the crops.
KJV: must be first partaker of the fruits.
INT: of the fruits partake


Strong's Greek 3335
7 Occurrences


μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.

μετάθεσιν — 1 Occ.
μετάθεσις — 1 Occ.
μετῆρεν — 2 Occ.
μετακάλεσαι — 1 Occ.
μετακαλέσομαί — 1 Occ.
μετεκαλέσατο — 2 Occ.
μετακινούμενοι — 1 Occ.
μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.
μετάλημψιν — 1 Occ.
μετήλλαξαν — 2 Occ.
μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.
μεταμορφούμεθα — 1 Occ.
μεταμορφοῦσθε — 1 Occ.


<< μεταλαμβάνει
μεταλαμβάνειν

Englishman's Greek Concordance