μετελάμβανον
<< μεταλαμβάνειν
μετελάμβανον

μετελάμβανον (metelambanon) — 1 Occurrence

Acts 2:46 V-IIA-3P
BIB: οἶκον ἄρτον μετελάμβανον τροφῆς ἐν
NAS: from house to house, they were taking their meals
KJV: house to house, did eat their meat
INT: house bread they partook of food with


Strong's Greek 3335
7 Occurrences


μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.

μετάθεσις — 1 Occ.
μετῆρεν — 2 Occ.
μετακάλεσαι — 1 Occ.
μετακαλέσομαί — 1 Occ.
μετεκαλέσατο — 2 Occ.
μετακινούμενοι — 1 Occ.
μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετάλημψιν — 1 Occ.
μετήλλαξαν — 2 Occ.
μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.
μεταμορφούμεθα — 1 Occ.
μεταμορφοῦσθε — 1 Occ.
μετεμορφώθη — 2 Occ.


<< μεταλαμβάνειν
μετελάμβανον

Englishman's Greek Concordance