μετάλημψιν
<< μετελάμβανον
μετάλημψιν

μετάλημψιν (metalēmpsin) — 1 Occurrence

1 Timothy 4:3 N-AFS
BIB: ἔκτισεν εἰς μετάλημψιν μετὰ εὐχαριστίας
NAS: to be gratefully shared in by those
KJV: to be received with
INT: created for reception with thanksgiving


Strong's Greek 3336
1 Occurrence


μετάλημψιν — 1 Occ.

μετῆρεν — 2 Occ.
μετακάλεσαι — 1 Occ.
μετακαλέσομαί — 1 Occ.
μετεκαλέσατο — 2 Occ.
μετακινούμενοι — 1 Occ.
μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.
μετήλλαξαν — 2 Occ.
μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.
μεταμορφούμεθα — 1 Occ.
μεταμορφοῦσθε — 1 Occ.
μετεμορφώθη — 2 Occ.
μετανοῆσαι — 1 Occ.


<< μετελάμβανον
μετάλημψιν

Englishman's Greek Concordance