μεταλαμβάνει
<< μεταλαβὼν
μεταλαμβάνει

μεταλαμβάνει (metalambanei) — 1 Occurrence

Hebrews 6:7 V-PIA-3S
BIB: καὶ γεωργεῖται μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ
NAS: tilled, receives a blessing
KJV: it is dressed, receiveth blessing
INT: also it is tilled partakes of blessing from


Strong's Greek 3335
7 Occurrences


μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.

μεταθέσεως — 1 Occ.
μετάθεσιν — 1 Occ.
μετάθεσις — 1 Occ.
μετῆρεν — 2 Occ.
μετακάλεσαι — 1 Occ.
μετακαλέσομαί — 1 Occ.
μετεκαλέσατο — 2 Occ.
μετακινούμενοι — 1 Occ.
μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.
μετάλημψιν — 1 Occ.
μετήλλαξαν — 2 Occ.
μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.
μεταμορφούμεθα — 1 Occ.


<< μεταλαβὼν
μεταλαμβάνει

Englishman's Greek Concordance