μεταμεληθήσεται
<< μετήλλαξαν
μεταμεληθήσεται

μεταμεληθήσεται (metamelēthēsetai) — 1 Occurrence

Hebrews 7:21 V-FIP-3S
BIB: καὶ οὐ μεταμεληθήσεται Σὺ ἱερεὺς
NAS: HAS SWORN AND WILL NOT CHANGE HIS MIND, 'YOU ARE A PRIEST
KJV: will not repent, Thou [art] a priest
INT: and not will repent You [are] a priest


Strong's Greek 3338
6 Occurrences


μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.

μετακαλέσομαί — 1 Occ.
μετεκαλέσατο — 2 Occ.
μετακινούμενοι — 1 Occ.
μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.
μετάλημψιν — 1 Occ.
μετήλλαξαν — 2 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.
μεταμορφούμεθα — 1 Occ.
μεταμορφοῦσθε — 1 Occ.
μετεμορφώθη — 2 Occ.
μετανοῆσαι — 1 Occ.
μετανοησάντων — 1 Occ.
Μετανοήσατε — 2 Occ.


<< μετήλλαξαν
μεταμεληθήσεται

Englishman's Greek Concordance