μεταμορφοῦσθε
<< μεταμορφούμεθα
μεταμορφοῦσθε

μεταμορφοῦσθε (metamorphousthe) — 1 Occurrence

Romans 12:2 V-PMM/P-2P
BIB: τούτῳ ἀλλὰ μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει
NAS: world, but be transformed by the renewing
KJV: but be ye transformed by the renewing
INT: this but be transformed by the renewing


Strong's Greek 3339
4 Occurrences


μεταμορφούμεθα — 1 Occ.
μεταμορφοῦσθε — 1 Occ.
μετεμορφώθη — 2 Occ.

μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.
μετάλημψιν — 1 Occ.
μετήλλαξαν — 2 Occ.
μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.
μεταμορφούμεθα — 1 Occ.
μετεμορφώθη — 2 Occ.
μετανοῆσαι — 1 Occ.
μετανοησάντων — 1 Occ.
Μετανοήσατε — 2 Occ.
μετανοήσῃ — 2 Occ.
μετανοήσῃς — 1 Occ.
μετανοήσωσιν — 1 Occ.
μετανόησον — 5 Occ.
μετανοήσουσιν — 1 Occ.
μετανοῆτε — 2 Occ.


<< μεταμορφούμεθα
μεταμορφοῦσθε

Englishman's Greek Concordance