μετεμελήθητε
<< μεταμέλομαι
μετεμελήθητε

μετεμελήθητε (metemelēthēte) — 1 Occurrence

Matthew 21:32 V-AIP-2P
BIB: ἰδόντες οὐδὲ μετεμελήθητε ὕστερον τοῦ
NAS: [this], did not even feel remorse afterward
KJV: when ye had seen [it], repented not
INT: having seen not even did repent afterward


Strong's Greek 3338
6 Occurrences


μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.

μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.
μετάλημψιν — 1 Occ.
μετήλλαξαν — 2 Occ.
μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.
μεταμορφούμεθα — 1 Occ.
μεταμορφοῦσθε — 1 Occ.
μετεμορφώθη — 2 Occ.
μετανοῆσαι — 1 Occ.
μετανοησάντων — 1 Occ.
Μετανοήσατε — 2 Occ.
μετανοήσῃ — 2 Occ.
μετανοήσῃς — 1 Occ.
μετανοήσωσιν — 1 Occ.


<< μεταμέλομαι
μετεμελήθητε

Englishman's Greek Concordance