μετήλλαξαν
<< μετάλημψιν
μετήλλαξαν

μετήλλαξαν (metēllaxan) — 2 Occurrences

Romans 1:25 V-AIA-3P
BIB: οἵτινες μετήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν
NAS: For they exchanged the truth of God
KJV: Who changed the truth of God
INT: who changed the truth

Romans 1:26 V-AIA-3P
BIB: θήλειαι αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν φυσικὴν
NAS: for their women exchanged the natural
KJV: their women did change the natural use
INT: females of them changed the natural


Strong's Greek 3337
2 Occurrences


μετήλλαξαν — 2 Occ.

μετακάλεσαι — 1 Occ.
μετακαλέσομαί — 1 Occ.
μετεκαλέσατο — 2 Occ.
μετακινούμενοι — 1 Occ.
μεταλαβεῖν — 3 Occ.
μεταλαβὼν — 1 Occ.
μεταλαμβάνει — 1 Occ.
μεταλαμβάνειν — 1 Occ.
μετελάμβανον — 1 Occ.
μετάλημψιν — 1 Occ.
μεταμεληθήσεται — 1 Occ.
μεταμεληθεὶς — 2 Occ.
μεταμέλομαι — 1 Occ.
μετεμελήθητε — 1 Occ.
μετεμελόμην — 1 Occ.
μεταμορφούμεθα — 1 Occ.
μεταμορφοῦσθε — 1 Occ.
μετεμορφώθη — 2 Occ.
μετανοῆσαι — 1 Occ.
μετανοησάντων — 1 Occ.


<< μετάλημψιν
μετήλλαξαν

Englishman's Greek Concordance