συναρμολογούμενον
<< συναρμολογουμένη
συναρμολογούμενον

συναρμολογούμενον (synarmologoumenon) — 1 Occurrence

Ephesians 4:16 V-PPM/P-NNS
BIB: τὸ σῶμα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον
NAS: body, being fitted and held together
KJV: body fitly joined together and
INT: the body fitted together and held together


Strong's Greek 4883
2 Occurrences


συναρμολογουμένη — 1 Occ.
συναρμολογούμενον — 1 Occ.

συναντιλάβηται — 1 Occ.
συναντιλαμβάνεται — 1 Occ.
συναπαχθέντες — 1 Occ.
συναπαγόμενοι — 1 Occ.
συναπήχθη — 1 Occ.
συναπεθάνομεν — 1 Occ.
συναποθανεῖν — 2 Occ.
συναπώλετο — 1 Occ.
συναπέστειλα — 1 Occ.
συναρμολογουμένη — 1 Occ.
συναρπάσαντες — 1 Occ.
συναρπασθέντος — 1 Occ.
συνηρπάκει — 1 Occ.
συνήρπασαν — 1 Occ.
συναυξάνεσθαι — 1 Occ.
συνδέσμῳ — 1 Occ.
συνδέσμων — 1 Occ.
σύνδεσμον — 1 Occ.
σύνδεσμος — 1 Occ.
συνδεδεμένοι — 1 Occ.


<< συναρμολογουμένη
συναρμολογούμενον

Englishman's Greek Concordance