συναπώλετο
<< συναποθανεῖν
συναπώλετο

συναπώλετο (synapōleto) — 1 Occurrence

Hebrews 11:31 V-AIM-3S
BIB: πόρνη οὐ συναπώλετο τοῖς ἀπειθήσασιν
NAS: the harlot did not perish along with those
KJV: Rahab perished not
INT: prostitute not did perish with the [ones] having disobeyed


Strong's Greek 4881
1 Occurrence


συναπώλετο — 1 Occ.

συναντήσει — 1 Occ.
συναντήσοντα — 1 Occ.
συνήντησεν — 2 Occ.
συναντιλάβηται — 1 Occ.
συναντιλαμβάνεται — 1 Occ.
συναπαχθέντες — 1 Occ.
συναπαγόμενοι — 1 Occ.
συναπήχθη — 1 Occ.
συναπεθάνομεν — 1 Occ.
συναποθανεῖν — 2 Occ.
συναπέστειλα — 1 Occ.
συναρμολογουμένη — 1 Occ.
συναρμολογούμενον — 1 Occ.
συναρπάσαντες — 1 Occ.
συναρπασθέντος — 1 Occ.
συνηρπάκει — 1 Occ.
συνήρπασαν — 1 Occ.
συναυξάνεσθαι — 1 Occ.
συνδέσμῳ — 1 Occ.
συνδέσμων — 1 Occ.


<< συναποθανεῖν
συναπώλετο

Englishman's Greek Concordance