συναπαχθέντες
<< συναντιλαμβάνεται
συναπαχθέντες

συναπαχθέντες (synapachthentes) — 1 Occurrence

2 Peter 3:17 V-APP-NMP
BIB: ἀθέσμων πλάνῃ συναπαχθέντες ἐκπέσητε τοῦ
NAS: so that you are not carried away by the error
KJV: ye also, being led away with the error
INT: lawless [ones] error having been led away you should fall from the


Strong's Greek 4879
3 Occurrences


συναπαχθέντες — 1 Occ.
συναπαγόμενοι — 1 Occ.
συναπήχθη — 1 Occ.

συνανακειμένους — 1 Occ.
συνανέκειντο — 2 Occ.
συναναμίγνυσθαι — 3 Occ.
συναναπαύσωμαι — 1 Occ.
συναντήσας — 2 Occ.
συναντήσει — 1 Occ.
συναντήσοντα — 1 Occ.
συνήντησεν — 2 Occ.
συναντιλάβηται — 1 Occ.
συναντιλαμβάνεται — 1 Occ.
συναπαγόμενοι — 1 Occ.
συναπήχθη — 1 Occ.
συναπεθάνομεν — 1 Occ.
συναποθανεῖν — 2 Occ.
συναπώλετο — 1 Occ.
συναπέστειλα — 1 Occ.
συναρμολογουμένη — 1 Occ.
συναρμολογούμενον — 1 Occ.
συναρπάσαντες — 1 Occ.
συναρπασθέντος — 1 Occ.


<< συναντιλαμβάνεται
συναπαχθέντες

Englishman's Greek Concordance