συναρπασθέντος
<< συναρπάσαντες
συναρπασθέντος

συναρπασθέντος (synarpasthentos) — 1 Occurrence

Acts 27:15 V-APP-GNS
BIB: συναρπασθέντος δὲ τοῦ
NAS: and when the ship was caught [in it] and could
KJV: when the ship was caught, and
INT: having been caught moreover the


Strong's Greek 4884
4 Occurrences


συναρπάσαντες — 1 Occ.
συναρπασθέντος — 1 Occ.
συνηρπάκει — 1 Occ.
συνήρπασαν — 1 Occ.

συναπαχθέντες — 1 Occ.
συναπαγόμενοι — 1 Occ.
συναπήχθη — 1 Occ.
συναπεθάνομεν — 1 Occ.
συναποθανεῖν — 2 Occ.
συναπώλετο — 1 Occ.
συναπέστειλα — 1 Occ.
συναρμολογουμένη — 1 Occ.
συναρμολογούμενον — 1 Occ.
συναρπάσαντες — 1 Occ.
συνηρπάκει — 1 Occ.
συνήρπασαν — 1 Occ.
συναυξάνεσθαι — 1 Occ.
συνδέσμῳ — 1 Occ.
συνδέσμων — 1 Occ.
σύνδεσμον — 1 Occ.
σύνδεσμος — 1 Occ.
συνδεδεμένοι — 1 Occ.
συνδοξασθῶμεν — 1 Occ.
συνδούλων — 1 Occ.


<< συναρπάσαντες
συναρπασθέντος

Englishman's Greek Concordance