συναυξάνεσθαι
<< συνήρπασαν
συναυξάνεσθαι

συναυξάνεσθαι (synauxanesthai) — 1 Occurrence

Matthew 13:30 V-PNM/P
BIB: ἄφετε συναυξάνεσθαι ἀμφότερα ἕως
NAS: both to grow together until
KJV: both grow together until
INT: Allow to grow together both until


Strong's Greek 4885
1 Occurrence


συναυξάνεσθαι — 1 Occ.

συναπεθάνομεν — 1 Occ.
συναποθανεῖν — 2 Occ.
συναπώλετο — 1 Occ.
συναπέστειλα — 1 Occ.
συναρμολογουμένη — 1 Occ.
συναρμολογούμενον — 1 Occ.
συναρπάσαντες — 1 Occ.
συναρπασθέντος — 1 Occ.
συνηρπάκει — 1 Occ.
συνήρπασαν — 1 Occ.
συνδέσμῳ — 1 Occ.
συνδέσμων — 1 Occ.
σύνδεσμον — 1 Occ.
σύνδεσμος — 1 Occ.
συνδεδεμένοι — 1 Occ.
συνδοξασθῶμεν — 1 Occ.
συνδούλων — 1 Occ.
σύνδουλοι — 2 Occ.
σύνδουλόν — 1 Occ.
σύνδουλος — 4 Occ.


<< συνήρπασαν
συναυξάνεσθαι

Englishman's Greek Concordance