συναρπάσαντες
<< συναρμολογούμενον
συναρπάσαντες

συναρπάσαντες (synarpasantes) — 1 Occurrence

Acts 19:29 V-APA-NMP
BIB: τὸ θέατρον συναρπάσαντες Γαῖον καὶ
NAS: into the theater, dragging along Gaius
KJV: and having caught Gaius
INT: the theatre having seized with [them] Gaius and


Strong's Greek 4884
4 Occurrences


συναρπάσαντες — 1 Occ.
συναρπασθέντος — 1 Occ.
συνηρπάκει — 1 Occ.
συνήρπασαν — 1 Occ.

συναντιλαμβάνεται — 1 Occ.
συναπαχθέντες — 1 Occ.
συναπαγόμενοι — 1 Occ.
συναπήχθη — 1 Occ.
συναπεθάνομεν — 1 Occ.
συναποθανεῖν — 2 Occ.
συναπώλετο — 1 Occ.
συναπέστειλα — 1 Occ.
συναρμολογουμένη — 1 Occ.
συναρμολογούμενον — 1 Occ.
συναρπασθέντος — 1 Occ.
συνηρπάκει — 1 Occ.
συνήρπασαν — 1 Occ.
συναυξάνεσθαι — 1 Occ.
συνδέσμῳ — 1 Occ.
συνδέσμων — 1 Occ.
σύνδεσμον — 1 Occ.
σύνδεσμος — 1 Occ.
συνδεδεμένοι — 1 Occ.
συνδοξασθῶμεν — 1 Occ.


<< συναρμολογούμενον
συναρπάσαντες

Englishman's Greek Concordance