συναντιλαμβάνεται
<< συναντιλάβηται
συναντιλαμβάνεται

συναντιλαμβάνεται (synantilambanetai) — 1 Occurrence

Romans 8:26 V-PIM/P-3S
BIB: τὸ πνεῦμα συναντιλαμβάνεται τῇ ἀσθενείᾳ
NAS: also helps our weakness;
KJV: also helpeth our
INT: the Spirit jointly helps the weakness


Strong's Greek 4878
2 Occurrences


συναντιλάβηται — 1 Occ.
συναντιλαμβάνεται — 1 Occ.

συνανακειμένοις — 1 Occ.
συνανακειμένους — 1 Occ.
συνανέκειντο — 2 Occ.
συναναμίγνυσθαι — 3 Occ.
συναναπαύσωμαι — 1 Occ.
συναντήσας — 2 Occ.
συναντήσει — 1 Occ.
συναντήσοντα — 1 Occ.
συνήντησεν — 2 Occ.
συναντιλάβηται — 1 Occ.
συναπαχθέντες — 1 Occ.
συναπαγόμενοι — 1 Occ.
συναπήχθη — 1 Occ.
συναπεθάνομεν — 1 Occ.
συναποθανεῖν — 2 Occ.
συναπώλετο — 1 Occ.
συναπέστειλα — 1 Occ.
συναρμολογουμένη — 1 Occ.
συναρμολογούμενον — 1 Occ.
συναρπάσαντες — 1 Occ.


<< συναντιλάβηται
συναντιλαμβάνεται

Englishman's Greek Concordance