συναντιλάβηται
<< συνήντησεν
συναντιλάβηται

συναντιλάβηται (synantilabētai) — 1 Occurrence

Luke 10:40 V-ASM-3S
BIB: ἵνα μοι συναντιλάβηται
NAS: Then tell her to help me.
KJV: therefore that she help me.
INT: that me she might help


Strong's Greek 4878
2 Occurrences


συναντιλάβηται — 1 Occ.
συναντιλαμβάνεται — 1 Occ.

συνανακείμενοι — 1 Occ.
συνανακειμένοις — 1 Occ.
συνανακειμένους — 1 Occ.
συνανέκειντο — 2 Occ.
συναναμίγνυσθαι — 3 Occ.
συναναπαύσωμαι — 1 Occ.
συναντήσας — 2 Occ.
συναντήσει — 1 Occ.
συναντήσοντα — 1 Occ.
συνήντησεν — 2 Occ.
συναντιλαμβάνεται — 1 Occ.
συναπαχθέντες — 1 Occ.
συναπαγόμενοι — 1 Occ.
συναπήχθη — 1 Occ.
συναπεθάνομεν — 1 Occ.
συναποθανεῖν — 2 Occ.
συναπώλετο — 1 Occ.
συναπέστειλα — 1 Occ.
συναρμολογουμένη — 1 Occ.
συναρμολογούμενον — 1 Occ.


<< συνήντησεν
συναντιλάβηται

Englishman's Greek Concordance