διακονηθεῖσα
<< διακονηθῆναι
διακονηθεῖσα

διακονηθεῖσα (diakonētheisa) — 1 Occurrence

2 Corinthians 3:3 V-APP-NFS
BIB: ἐπιστολὴ Χριστοῦ διακονηθεῖσα ὑφ' ἡμῶν
NAS: of Christ, cared for by us, written
KJV: of Christ ministered by
INT: a letter of Christ having been ministered to by us


Strong's Greek 1247
37 Occurrences


διακονῇ — 3 Occ.
διακονῆσαι — 2 Occ.
διακονήσαντες — 2 Occ.
διακονήσει — 1 Occ.
διακονηθῆναι — 2 Occ.
διακονηθεῖσα — 1 Occ.
διακόνει — 2 Occ.
διακονεῖν — 2 Occ.
διακονείτωσαν — 1 Occ.
διακονῶν — 4 Occ.
διακονουμένῃ — 2 Occ.
διακονοῦντες — 2 Occ.
διακονούντων — 1 Occ.
διακονοῦσαι — 1 Occ.
διηκονήσαμέν — 1 Occ.
διηκόνησεν — 1 Occ.
διηκόνει — 4 Occ.
διηκόνουν — 5 Occ.

διαιροῦν — 1 Occ.
διεῖλεν — 1 Occ.
διακαθᾶραι — 1 Occ.
διακαθαριεῖ — 1 Occ.
διακατηλέγχετο — 1 Occ.
διακονῇ — 3 Occ.
διακονῆσαι — 2 Occ.
διακονήσαντες — 2 Occ.
διακονήσει — 1 Occ.
διακονηθῆναι — 2 Occ.
διακόνει — 2 Occ.
διακονεῖν — 2 Occ.
διακονείτωσαν — 1 Occ.
διακονῶν — 4 Occ.
διακονουμένῃ — 2 Occ.
διακονοῦντες — 2 Occ.
διακονούντων — 1 Occ.
διακονοῦσαι — 1 Occ.
διηκονήσαμέν — 1 Occ.
διηκόνησεν — 1 Occ.


<< διακονηθῆναι
διακονηθεῖσα

Englishman's Greek Concordance