διακαθαριεῖ
<< διακαθᾶραι
διακαθαριεῖ

διακαθαριεῖ (diakathariei) — 1 Occurrence

Matthew 3:12 V-FIA-3S
BIB: αὐτοῦ καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα
NAS: is in His hand, and He will thoroughly clear His threshing floor;
KJV: and he will throughly purge his
INT: of him and he will clear the threshing floor


Strong's Greek 1245
2 Occurrences


διακαθᾶραι — 1 Occ.
διακαθαριεῖ — 1 Occ.

διεζωσμένος — 1 Occ.
διαθῆκαι — 2 Occ.
διαθήκη — 9 Occ.
διαθήκην — 5 Occ.
διαθήκης — 16 Occ.
διαθηκῶν — 1 Occ.
Διαιρέσεις — 3 Occ.
διαιροῦν — 1 Occ.
διεῖλεν — 1 Occ.
διακαθᾶραι — 1 Occ.
διακατηλέγχετο — 1 Occ.
διακονῇ — 3 Occ.
διακονῆσαι — 2 Occ.
διακονήσαντες — 2 Occ.
διακονήσει — 1 Occ.
διακονηθῆναι — 2 Occ.
διακονηθεῖσα — 1 Occ.
διακόνει — 2 Occ.
διακονεῖν — 2 Occ.
διακονείτωσαν — 1 Occ.


<< διακαθᾶραι
διακαθαριεῖ

Englishman's Greek Concordance