διακατηλέγχετο
<< διακαθαριεῖ
διακατηλέγχετο

διακατηλέγχετο (diakatēlencheto) — 1 Occurrence

Acts 18:28 V-IIM/P-3S
BIB: τοῖς Ἰουδαίοις διακατηλέγχετο δημοσίᾳ ἐπιδεικνὺς
NAS: for he powerfully refuted the Jews
KJV: he mightily convinced the Jews,
INT: the Jews he refuted publicly showing


Strong's Greek 1246
1 Occurrence


διακατηλέγχετο — 1 Occ.

διαθῆκαι — 2 Occ.
διαθήκη — 9 Occ.
διαθήκην — 5 Occ.
διαθήκης — 16 Occ.
διαθηκῶν — 1 Occ.
Διαιρέσεις — 3 Occ.
διαιροῦν — 1 Occ.
διεῖλεν — 1 Occ.
διακαθᾶραι — 1 Occ.
διακαθαριεῖ — 1 Occ.
διακονῇ — 3 Occ.
διακονῆσαι — 2 Occ.
διακονήσαντες — 2 Occ.
διακονήσει — 1 Occ.
διακονηθῆναι — 2 Occ.
διακονηθεῖσα — 1 Occ.
διακόνει — 2 Occ.
διακονεῖν — 2 Occ.
διακονείτωσαν — 1 Occ.
διακονῶν — 4 Occ.


<< διακαθαριεῖ
διακατηλέγχετο

Englishman's Greek Concordance