διακονηθῆναι
<< διακονήσει
διακονηθῆναι

διακονηθῆναι (diakonēthēnai) — 2 Occurrences

Matthew 20:28 V-ANP
BIB: οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι
NAS: did not come to be served, but to serve,
KJV: not to be ministered unto, but
INT: not came to be served but to serve

Mark 10:45 V-ANP
BIB: οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι
NAS: did not come to be served, but to serve,
KJV: not to be ministered unto, but
INT: not came to be served but to serve


Strong's Greek 1247
37 Occurrences


διακονῇ — 3 Occ.
διακονῆσαι — 2 Occ.
διακονήσαντες — 2 Occ.
διακονήσει — 1 Occ.
διακονηθῆναι — 2 Occ.
διακονηθεῖσα — 1 Occ.
διακόνει — 2 Occ.
διακονεῖν — 2 Occ.
διακονείτωσαν — 1 Occ.
διακονῶν — 4 Occ.
διακονουμένῃ — 2 Occ.
διακονοῦντες — 2 Occ.
διακονούντων — 1 Occ.
διακονοῦσαι — 1 Occ.
διηκονήσαμέν — 1 Occ.
διηκόνησεν — 1 Occ.
διηκόνει — 4 Occ.
διηκόνουν — 5 Occ.

Διαιρέσεις — 3 Occ.
διαιροῦν — 1 Occ.
διεῖλεν — 1 Occ.
διακαθᾶραι — 1 Occ.
διακαθαριεῖ — 1 Occ.
διακατηλέγχετο — 1 Occ.
διακονῇ — 3 Occ.
διακονῆσαι — 2 Occ.
διακονήσαντες — 2 Occ.
διακονήσει — 1 Occ.
διακονηθεῖσα — 1 Occ.
διακόνει — 2 Occ.
διακονεῖν — 2 Occ.
διακονείτωσαν — 1 Occ.
διακονῶν — 4 Occ.
διακονουμένῃ — 2 Occ.
διακονοῦντες — 2 Occ.
διακονούντων — 1 Occ.
διακονοῦσαι — 1 Occ.
διηκονήσαμέν — 1 Occ.


<< διακονήσει
διακονηθῆναι

Englishman's Greek Concordance