διακονήσει
<< διακονήσαντες
διακονήσει

διακονήσει (diakonēsei) — 1 Occurrence

Luke 12:37 V-FIA-3S
BIB: καὶ παρελθὼν διακονήσει αὐτοῖς
NAS: [at the table], and will come up and wait on them.
KJV: and will come forth and serve them.
INT: and having come up will serve them


Strong's Greek 1247
37 Occurrences


διακονῇ — 3 Occ.
διακονῆσαι — 2 Occ.
διακονήσαντες — 2 Occ.
διακονήσει — 1 Occ.
διακονηθῆναι — 2 Occ.
διακονηθεῖσα — 1 Occ.
διακόνει — 2 Occ.
διακονεῖν — 2 Occ.
διακονείτωσαν — 1 Occ.
διακονῶν — 4 Occ.
διακονουμένῃ — 2 Occ.
διακονοῦντες — 2 Occ.
διακονούντων — 1 Occ.
διακονοῦσαι — 1 Occ.
διηκονήσαμέν — 1 Occ.
διηκόνησεν — 1 Occ.
διηκόνει — 4 Occ.
διηκόνουν — 5 Occ.

διαθηκῶν — 1 Occ.
Διαιρέσεις — 3 Occ.
διαιροῦν — 1 Occ.
διεῖλεν — 1 Occ.
διακαθᾶραι — 1 Occ.
διακαθαριεῖ — 1 Occ.
διακατηλέγχετο — 1 Occ.
διακονῇ — 3 Occ.
διακονῆσαι — 2 Occ.
διακονήσαντες — 2 Occ.
διακονηθῆναι — 2 Occ.
διακονηθεῖσα — 1 Occ.
διακόνει — 2 Occ.
διακονεῖν — 2 Occ.
διακονείτωσαν — 1 Occ.
διακονῶν — 4 Occ.
διακονουμένῃ — 2 Occ.
διακονοῦντες — 2 Occ.
διακονούντων — 1 Occ.
διακονοῦσαι — 1 Occ.


<< διακονήσαντες
διακονήσει

Englishman's Greek Concordance