συμβιβάζων
<< συμβιβασθέντες
συμβιβάζων

συμβιβάζων (symbibazōn) — 1 Occurrence

Acts 9:22 V-PPA-NMS
BIB: ἐν Δαμασκῷ συμβιβάζων ὅτι οὗτός
NAS: at Damascus by proving that this
KJV: at Damascus, proving that this
INT: in Damascus proving that this


Strong's Greek 4822
7 Occurrences


συμβιβάσει — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβάζων — 1 Occ.
συμβιβαζόμενον — 2 Occ.
συμβιβάζοντες — 1 Occ.
συνεβίβασαν — 1 Occ.

συνέβη — 1 Occ.
συμβάλλουσα — 1 Occ.
συνβαλεῖν — 1 Occ.
συνεβάλετο — 1 Occ.
συνέβαλλεν — 1 Occ.
συνέβαλλον — 2 Occ.
συμβασιλεύσωμεν — 1 Occ.
συμβασιλεύσομεν — 1 Occ.
συμβιβάσει — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβαζόμενον — 2 Occ.
συμβιβάζοντες — 1 Occ.
συνεβίβασαν — 1 Occ.
συμβουλεύω — 1 Occ.
συμβουλεύσας — 1 Occ.
συνεβουλεύσαντο — 2 Occ.
συμβούλιον — 7 Occ.
συμβουλίου — 1 Occ.
σύμβουλος — 1 Occ.
Συμεών — 7 Occ.


<< συμβιβασθέντες
συμβιβάζων

Englishman's Greek Concordance