συνέβη
<< συνέβαινεν
συνέβη

συνέβη (synebē) — 1 Occurrence

Acts 21:35 V-AIA-3S
BIB: τοὺς ἀναβαθμούς συνέβη βαστάζεσθαι αὐτὸν
KJV: the stairs, so it was, that he was borne
INT: the stairs it happened was carried he


Strong's Greek 4819
8 Occurrences


συμβαίνειν — 1 Occ.
συμβαίνοντος — 1 Occ.
συμβάντων — 1 Occ.
συμβέβηκεν — 1 Occ.
συμβεβηκότι — 1 Occ.
συμβεβηκότων — 1 Occ.
συνέβαινεν — 1 Occ.
συνέβη — 1 Occ.

συνέλεξαν — 1 Occ.
συνελογίσαντο — 1 Occ.
συλλυπούμενος — 1 Occ.
συμβαίνειν — 1 Occ.
συμβαίνοντος — 1 Occ.
συμβάντων — 1 Occ.
συμβέβηκεν — 1 Occ.
συμβεβηκότι — 1 Occ.
συμβεβηκότων — 1 Occ.
συνέβαινεν — 1 Occ.
συμβάλλουσα — 1 Occ.
συνβαλεῖν — 1 Occ.
συνεβάλετο — 1 Occ.
συνέβαλλεν — 1 Occ.
συνέβαλλον — 2 Occ.
συμβασιλεύσωμεν — 1 Occ.
συμβασιλεύσομεν — 1 Occ.
συμβιβάσει — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβάζων — 1 Occ.


<< συνέβαινεν
συνέβη

Englishman's Greek Concordance