συμβιβάσει
<< συμβασιλεύσομεν
συμβιβάσει

συμβιβάσει (symbibasei) — 1 Occurrence

1 Corinthians 2:16 V-FIA-3S
BIB: Κυρίου ὃς συμβιβάσει αὐτόν ἡμεῖς
NAS: OF THE LORD, THAT HE WILL INSTRUCT HIM? But we have
KJV: that he may instruct him?
INT: of [the] Lord who will instruct him we


Strong's Greek 4822
7 Occurrences


συμβιβάσει — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβάζων — 1 Occ.
συμβιβαζόμενον — 2 Occ.
συμβιβάζοντες — 1 Occ.
συνεβίβασαν — 1 Occ.

συμβεβηκότων — 1 Occ.
συνέβαινεν — 1 Occ.
συνέβη — 1 Occ.
συμβάλλουσα — 1 Occ.
συνβαλεῖν — 1 Occ.
συνεβάλετο — 1 Occ.
συνέβαλλεν — 1 Occ.
συνέβαλλον — 2 Occ.
συμβασιλεύσωμεν — 1 Occ.
συμβασιλεύσομεν — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβάζων — 1 Occ.
συμβιβαζόμενον — 2 Occ.
συμβιβάζοντες — 1 Occ.
συνεβίβασαν — 1 Occ.
συμβουλεύω — 1 Occ.
συμβουλεύσας — 1 Occ.
συνεβουλεύσαντο — 2 Occ.
συμβούλιον — 7 Occ.
συμβουλίου — 1 Occ.


<< συμβασιλεύσομεν
συμβιβάσει

Englishman's Greek Concordance