συμβιβάζοντες
<< συμβιβαζόμενον
συμβιβάζοντες

συμβιβάζοντες (symbibazontes) — 1 Occurrence

Acts 16:10 V-PPA-NMP
BIB: εἰς Μακεδονίαν συμβιβάζοντες ὅτι προσκέκληται
NAS: into Macedonia, concluding that God
KJV: Macedonia, assuredly gathering that
INT: to Macedonia concluding that had called


Strong's Greek 4822
7 Occurrences


συμβιβάσει — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβάζων — 1 Occ.
συμβιβαζόμενον — 2 Occ.
συμβιβάζοντες — 1 Occ.
συνεβίβασαν — 1 Occ.

συνβαλεῖν — 1 Occ.
συνεβάλετο — 1 Occ.
συνέβαλλεν — 1 Occ.
συνέβαλλον — 2 Occ.
συμβασιλεύσωμεν — 1 Occ.
συμβασιλεύσομεν — 1 Occ.
συμβιβάσει — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβάζων — 1 Occ.
συμβιβαζόμενον — 2 Occ.
συνεβίβασαν — 1 Occ.
συμβουλεύω — 1 Occ.
συμβουλεύσας — 1 Occ.
συνεβουλεύσαντο — 2 Occ.
συμβούλιον — 7 Occ.
συμβουλίου — 1 Occ.
σύμβουλος — 1 Occ.
Συμεών — 7 Occ.
συμμαθηταῖς — 1 Occ.
συμμαρτυρεῖ — 1 Occ.


<< συμβιβαζόμενον
συμβιβάζοντες

Englishman's Greek Concordance