συνεβίβασαν
<< συμβιβάζοντες
συνεβίβασαν

συνεβίβασαν (synebibasan) — 1 Occurrence

Acts 19:33 V-AIA-3P
BIB: τοῦ ὄχλου συνεβίβασαν Ἀλέξανδρον προβαλόντων
NAS: Some of the crowd concluded [it was] Alexander,
INT: the crowd they put forward Alexander having thrust forward


Strong's Greek 4822
7 Occurrences


συμβιβάσει — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβάζων — 1 Occ.
συμβιβαζόμενον — 2 Occ.
συμβιβάζοντες — 1 Occ.
συνεβίβασαν — 1 Occ.

συνεβάλετο — 1 Occ.
συνέβαλλεν — 1 Occ.
συνέβαλλον — 2 Occ.
συμβασιλεύσωμεν — 1 Occ.
συμβασιλεύσομεν — 1 Occ.
συμβιβάσει — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβάζων — 1 Occ.
συμβιβαζόμενον — 2 Occ.
συμβιβάζοντες — 1 Occ.
συμβουλεύω — 1 Occ.
συμβουλεύσας — 1 Occ.
συνεβουλεύσαντο — 2 Occ.
συμβούλιον — 7 Occ.
συμβουλίου — 1 Occ.
σύμβουλος — 1 Occ.
Συμεών — 7 Occ.
συμμαθηταῖς — 1 Occ.
συμμαρτυρεῖ — 1 Occ.
συμμαρτυρούσης — 2 Occ.


<< συμβιβάζοντες
συνεβίβασαν

Englishman's Greek Concordance