συνεβουλεύσαντο
<< συμβουλεύσας
συνεβουλεύσαντο

συνεβουλεύσαντο (synebouleusanto) — 2 Occurrences

Matthew 26:4 V-AIM-3P
BIB: καὶ συνεβουλεύσαντο ἵνα τὸν
NAS: and they plotted together to seize
KJV: And consulted that they might take
INT: and they plotted together in order that

Acts 9:23 V-AIM-3P
BIB: ἡμέραι ἱκαναί συνεβουλεύσαντο οἱ Ἰουδαῖοι
NAS: the Jews plotted together to do away
KJV: the Jews took counsel to kill
INT: days many consulted together the Jews


Strong's Greek 4823
4 Occurrences


συμβουλεύω — 1 Occ.
συμβουλεύσας — 1 Occ.
συνεβουλεύσαντο — 2 Occ.

συμβασιλεύσωμεν — 1 Occ.
συμβασιλεύσομεν — 1 Occ.
συμβιβάσει — 1 Occ.
συμβιβασθέντες — 1 Occ.
συμβιβάζων — 1 Occ.
συμβιβαζόμενον — 2 Occ.
συμβιβάζοντες — 1 Occ.
συνεβίβασαν — 1 Occ.
συμβουλεύω — 1 Occ.
συμβουλεύσας — 1 Occ.
συμβούλιον — 7 Occ.
συμβουλίου — 1 Occ.
σύμβουλος — 1 Occ.
Συμεών — 7 Occ.
συμμαθηταῖς — 1 Occ.
συμμαρτυρεῖ — 1 Occ.
συμμαρτυρούσης — 2 Occ.
συμμερίζονται — 1 Occ.
συμμέτοχα — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.


<< συμβουλεύσας
συνεβουλεύσαντο

Englishman's Greek Concordance