συμμερίζονται
<< 4828
4829. συμμερίζομαι (summerizó)

Strong's Greek: 4829. συμμερίζομαι (summerizó) — 1 Occurrence

1 Corinthians 9:13 V-PIM/P-3P
BIB: τῷ θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται
NAS: to the altar have their share from the altar?
KJV: at the altar are partakers with the altar?
INT: with the altar partake


Strong's Greek 4829

συμμερίζονται — 1 Occ.

συμβουλεύω — 1 Occ.
συμβουλεύσας — 1 Occ.
συνεβουλεύσαντο — 2 Occ.
συμβούλιον — 7 Occ.
συμβουλίου — 1 Occ.
σύμβουλος — 1 Occ.
Συμεών — 7 Occ.
συμμαθηταῖς — 1 Occ.
συμμαρτυρεῖ — 1 Occ.
συμμαρτυρούσης — 2 Occ.
συμμέτοχα — 1 Occ.
συμμέτοχοι — 1 Occ.
συμμιμηταί — 1 Occ.
σύμμορφον — 1 Occ.
συμμόρφους — 1 Occ.
συμμορφιζόμενος — 1 Occ.
συμπαθῆσαι — 1 Occ.
συνεπαθήσατε — 1 Occ.
συμπαθεῖς — 1 Occ.
συμπαραγενόμενοι — 1 Occ.


<< 4828
4829. συμμερίζομαι (summerizó)

Englishman's Greek Concordance