καταδυναστευομένους
<< καταδουλοῖ
καταδυναστευομένους

καταδυναστευομένους (katadynasteuomenous) — 1 Occurrence

Acts 10:38 V-PPM/P-AMP
BIB: πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ
NAS: all who were oppressed by the devil,
KJV: all that were oppressed of
INT: all that were being oppressed by the


Strong's Greek 2616
2 Occurrences


καταδυναστευομένους — 1 Occ.
καταδυναστεύουσιν — 1 Occ.

κατέδησεν — 1 Occ.
κατάδηλόν — 1 Occ.
καταδικασθήσῃ — 1 Occ.
καταδικασθῆτε — 1 Occ.
καταδικάζετε — 1 Occ.
καταδίκην — 1 Occ.
κατεδικάσατε — 2 Occ.
κατεδίωξεν — 1 Occ.
καταδουλώσουσιν — 1 Occ.
καταδουλοῖ — 1 Occ.
καταδυναστεύουσιν — 1 Occ.
καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθῇ — 1 Occ.
καταισχυνθήσεται — 2 Occ.
καταισχυνθῶμεν — 1 Occ.
καταισχυνθῶσιν — 1 Occ.
κατῃσχύνοντο — 1 Occ.
κατῃσχύνθην — 1 Occ.


<< καταδουλοῖ
καταδυναστευομένους

Englishman's Greek Concordance