καταδικασθήσῃ
<< κατάδηλόν
καταδικασθήσῃ

καταδικασθήσῃ (katadikasthēsē) — 1 Occurrence

Matthew 12:37 V-FIP-2S
BIB: λόγων σου καταδικασθήσῃ
NAS: and by your words you will be condemned.
KJV: thy words thou shalt be condemned.
INT: words of you you will be condemned


Strong's Greek 2613
6 Occurrences


καταδικασθήσῃ — 1 Occ.
καταδικασθῆτε — 1 Occ.
καταδικάζετε — 1 Occ.
καταδίκην — 1 Occ.
κατεδικάσατε — 2 Occ.

καταγάγῃ — 1 Occ.
καταγάγῃς — 1 Occ.
καταγαγεῖν — 1 Occ.
καταγαγὼν — 1 Occ.
καταγαγόντες — 1 Occ.
κατήχθημεν — 1 Occ.
κατήγαγον — 2 Occ.
κατηγωνίσαντο — 1 Occ.
κατέδησεν — 1 Occ.
κατάδηλόν — 1 Occ.
καταδικασθῆτε — 1 Occ.
καταδικάζετε — 1 Occ.
καταδίκην — 1 Occ.
κατεδικάσατε — 2 Occ.
κατεδίωξεν — 1 Occ.
καταδουλώσουσιν — 1 Occ.
καταδουλοῖ — 1 Occ.
καταδυναστευομένους — 1 Occ.
καταδυναστεύουσιν — 1 Occ.
καταισχύνῃ — 2 Occ.


<< κατάδηλόν
καταδικασθήσῃ

Englishman's Greek Concordance