καταδίκην
<< καταδικάζετε
καταδίκην

καταδίκην (katadikēn) — 1 Occurrence

Acts 25:15 N-AFS
BIB: κατ' αὐτοῦ καταδίκην
INT: against him judgment


Strong's Greek 2613
6 Occurrences


καταδικασθήσῃ — 1 Occ.
καταδικασθῆτε — 1 Occ.
καταδικάζετε — 1 Occ.
καταδίκην — 1 Occ.
κατεδικάσατε — 2 Occ.

καταγαγὼν — 1 Occ.
καταγαγόντες — 1 Occ.
κατήχθημεν — 1 Occ.
κατήγαγον — 2 Occ.
κατηγωνίσαντο — 1 Occ.
κατέδησεν — 1 Occ.
κατάδηλόν — 1 Occ.
καταδικασθήσῃ — 1 Occ.
καταδικασθῆτε — 1 Occ.
καταδικάζετε — 1 Occ.
κατεδικάσατε — 2 Occ.
κατεδίωξεν — 1 Occ.
καταδουλώσουσιν — 1 Occ.
καταδουλοῖ — 1 Occ.
καταδυναστευομένους — 1 Occ.
καταδυναστεύουσιν — 1 Occ.
καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθῇ — 1 Occ.


<< καταδικάζετε
καταδίκην

Englishman's Greek Concordance