καταισχυνθῇ
<< καταισχύνετε
καταισχυνθῇ

καταισχυνθῇ (kataischynthē) — 1 Occurrence

1 Peter 2:6 V-ASP-3S
BIB: οὐ μὴ καταισχυνθῇ
NAS: [stone], AND HE WHO BELIEVES IN HIM WILL NOT BE DISAPPOINTED.
KJV: shall not be confounded.
INT: no not should be put to shame


Strong's Greek 2617
13 Occurrences


καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθῇ — 1 Occ.
καταισχυνθήσεται — 2 Occ.
καταισχυνθῶμεν — 1 Occ.
καταισχυνθῶσιν — 1 Occ.
κατῃσχύνοντο — 1 Occ.
κατῃσχύνθην — 1 Occ.

καταδίκην — 1 Occ.
κατεδικάσατε — 2 Occ.
κατεδίωξεν — 1 Occ.
καταδουλώσουσιν — 1 Occ.
καταδουλοῖ — 1 Occ.
καταδυναστευομένους — 1 Occ.
καταδυναστεύουσιν — 1 Occ.
καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθήσεται — 2 Occ.
καταισχυνθῶμεν — 1 Occ.
καταισχυνθῶσιν — 1 Occ.
κατῃσχύνοντο — 1 Occ.
κατῃσχύνθην — 1 Occ.
κατακαήσεται — 1 Occ.
κατακαίεται — 2 Occ.
κατακαῦσαι — 1 Occ.
κατακαύσει — 2 Occ.
κατακαύσουσιν — 1 Occ.


<< καταισχύνετε
καταισχυνθῇ

Englishman's Greek Concordance