καταισχυνθῶσιν
<< καταισχυνθῶμεν
καταισχυνθῶσιν

καταισχυνθῶσιν (kataischynthōsin) — 1 Occurrence

1 Peter 3:16 V-ASP-3P
BIB: ᾧ καταλαλεῖσθε καταισχυνθῶσιν οἱ ἐπηρεάζοντες
NAS: in Christ will be put to shame.
KJV: of evildoers, they may be ashamed that falsely accuse
INT: which they may speak against you they might be ashamed who revile


Strong's Greek 2617
13 Occurrences


καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθῇ — 1 Occ.
καταισχυνθήσεται — 2 Occ.
καταισχυνθῶμεν — 1 Occ.
καταισχυνθῶσιν — 1 Occ.
κατῃσχύνοντο — 1 Occ.
κατῃσχύνθην — 1 Occ.

καταδουλώσουσιν — 1 Occ.
καταδουλοῖ — 1 Occ.
καταδυναστευομένους — 1 Occ.
καταδυναστεύουσιν — 1 Occ.
καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθῇ — 1 Occ.
καταισχυνθήσεται — 2 Occ.
καταισχυνθῶμεν — 1 Occ.
κατῃσχύνοντο — 1 Occ.
κατῃσχύνθην — 1 Occ.
κατακαήσεται — 1 Occ.
κατακαίεται — 2 Occ.
κατακαῦσαι — 1 Occ.
κατακαύσει — 2 Occ.
κατακαύσουσιν — 1 Occ.
κατακαυθήσεται — 1 Occ.
κατεκάη — 3 Occ.
κατέκαιον — 1 Occ.


<< καταισχυνθῶμεν
καταισχυνθῶσιν

Englishman's Greek Concordance