κατῃσχύνθην
<< κατῃσχύνοντο
κατῃσχύνθην

κατῃσχύνθην (katēschynthēn) — 1 Occurrence

2 Corinthians 7:14 V-AIP-1S
BIB: κεκαύχημαι οὐ κατῃσχύνθην ἀλλ' ὡς
NAS: to him about you, I was not put to shame; but as we spoke
KJV: I am not ashamed; but as
INT: I have boasted not I was put to shame but as


Strong's Greek 2617
13 Occurrences


καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθῇ — 1 Occ.
καταισχυνθήσεται — 2 Occ.
καταισχυνθῶμεν — 1 Occ.
καταισχυνθῶσιν — 1 Occ.
κατῃσχύνοντο — 1 Occ.
κατῃσχύνθην — 1 Occ.

καταδυναστευομένους — 1 Occ.
καταδυναστεύουσιν — 1 Occ.
καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθῇ — 1 Occ.
καταισχυνθήσεται — 2 Occ.
καταισχυνθῶμεν — 1 Occ.
καταισχυνθῶσιν — 1 Occ.
κατῃσχύνοντο — 1 Occ.
κατακαήσεται — 1 Occ.
κατακαίεται — 2 Occ.
κατακαῦσαι — 1 Occ.
κατακαύσει — 2 Occ.
κατακαύσουσιν — 1 Occ.
κατακαυθήσεται — 1 Occ.
κατεκάη — 3 Occ.
κατέκαιον — 1 Occ.
κατακαλύπτεσθαι — 1 Occ.
κατακαλυπτέσθω — 1 Occ.


<< κατῃσχύνοντο
κατῃσχύνθην

Englishman's Greek Concordance