καταισχυνθήσεται
<< καταισχυνθῇ
καταισχυνθήσεται

καταισχυνθήσεται (kataischynthēsetai) — 2 Occurrences

Romans 9:33 V-FIP-3S
BIB: αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται
NAS: AND HE WHO BELIEVES IN HIM WILL NOT BE DISAPPOINTED.
KJV: shall not be ashamed.
INT: him not will be ashamed

Romans 10:11 V-FIP-3S
BIB: αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται
NAS: BELIEVES IN HIM WILL NOT BE DISAPPOINTED.
KJV: shall not be ashamed.
INT: him not will be ashamed


Strong's Greek 2617
13 Occurrences


καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθῇ — 1 Occ.
καταισχυνθήσεται — 2 Occ.
καταισχυνθῶμεν — 1 Occ.
καταισχυνθῶσιν — 1 Occ.
κατῃσχύνοντο — 1 Occ.
κατῃσχύνθην — 1 Occ.

κατεδικάσατε — 2 Occ.
κατεδίωξεν — 1 Occ.
καταδουλώσουσιν — 1 Occ.
καταδουλοῖ — 1 Occ.
καταδυναστευομένους — 1 Occ.
καταδυναστεύουσιν — 1 Occ.
καταισχύνῃ — 2 Occ.
καταισχύνει — 3 Occ.
καταισχύνετε — 1 Occ.
καταισχυνθῇ — 1 Occ.
καταισχυνθῶμεν — 1 Occ.
καταισχυνθῶσιν — 1 Occ.
κατῃσχύνοντο — 1 Occ.
κατῃσχύνθην — 1 Occ.
κατακαήσεται — 1 Occ.
κατακαίεται — 2 Occ.
κατακαῦσαι — 1 Occ.
κατακαύσει — 2 Occ.
κατακαύσουσιν — 1 Occ.
κατακαυθήσεται — 1 Occ.


<< καταισχυνθῇ
καταισχυνθήσεται

Englishman's Greek Concordance