περιερχομένων
<< περιερχόμεναι
περιερχομένων

περιερχομένων (perierchomenōn) — 1 Occurrence

Acts 19:13 V-PPM/P-GMP
BIB: καὶ τῶν περιερχομένων Ἰουδαίων ἐξορκιστῶν
NAS: exorcists, who went from place to place, attempted
KJV: of the vagabond Jews,
INT: also the itinerant Jews exorcists


Strong's Greek 4022
3 Occurrences


περιῆλθον — 1 Occ.
περιερχόμεναι — 1 Occ.
περιερχομένων — 1 Occ.

περιβλεψάμενος — 5 Occ.
περιεβλέπετο — 1 Occ.
περιβόλαιον — 1 Occ.
περιβολαίου — 1 Occ.
περιεδέδετο — 1 Occ.
περιεργαζομένους — 1 Occ.
περίεργα — 1 Occ.
περίεργοι — 1 Occ.
περιῆλθον — 1 Occ.
περιερχόμεναι — 1 Occ.
περιέχει — 1 Occ.
περιέσχεν — 1 Occ.
περιεζωσμέναι — 1 Occ.
περιεζωσμένοι — 1 Occ.
περιεζωσμένον — 1 Occ.
περιζωσάμενοι — 1 Occ.
περιζωσάμενος — 1 Occ.
περιζώσεται — 1 Occ.
περιθέσεως — 1 Occ.
περιέστησαν — 1 Occ.


<< περιερχόμεναι
περιερχομένων

Englishman's Greek Concordance