περιθέσεως
<< περιζώσεται
περιθέσεως

περιθέσεως (peritheseōs) — 1 Occurrence

1 Peter 3:3 N-GFS
BIB: τριχῶν καὶ περιθέσεως χρυσίων ἢ
NAS: the hair, and wearing gold jewelry,
KJV: the hair, and of wearing of gold, or
INT: of hair and putting around of gold or


Strong's Greek 4025
1 Occurrence


περιθέσεως — 1 Occ.

περιερχόμεναι — 1 Occ.
περιερχομένων — 1 Occ.
περιέχει — 1 Occ.
περιέσχεν — 1 Occ.
περιεζωσμέναι — 1 Occ.
περιεζωσμένοι — 1 Occ.
περιεζωσμένον — 1 Occ.
περιζωσάμενοι — 1 Occ.
περιζωσάμενος — 1 Occ.
περιζώσεται — 1 Occ.
περιέστησαν — 1 Occ.
περιεστῶτα — 1 Occ.
περιίστασο — 2 Occ.
περικαθάρματα — 1 Occ.
περικαλύψαντες — 1 Occ.
περικαλύπτειν — 1 Occ.
περικεκαλυμμένην — 1 Occ.
περίκειμαι — 1 Occ.
περικείμενον — 1 Occ.
περίκειται — 3 Occ.


<< περιζώσεται
περιθέσεως

Englishman's Greek Concordance