περικαλύψαντες
<< περικαθάρματα
περικαλύψαντες

περικαλύψαντες (perikalypsantes) — 1 Occurrence

Luke 22:64 V-APA-NMP
BIB: καὶ περικαλύψαντες αὐτὸν ἔτυπτον
NAS: and they blindfolded Him and were asking
KJV: And when they had blindfolded him,
INT: and having concealed up him they were striking


Strong's Greek 4028
3 Occurrences


περικαλύψαντες — 1 Occ.
περικαλύπτειν — 1 Occ.
περικεκαλυμμένην — 1 Occ.

περιεζωσμένοι — 1 Occ.
περιεζωσμένον — 1 Occ.
περιζωσάμενοι — 1 Occ.
περιζωσάμενος — 1 Occ.
περιζώσεται — 1 Occ.
περιθέσεως — 1 Occ.
περιέστησαν — 1 Occ.
περιεστῶτα — 1 Occ.
περιίστασο — 2 Occ.
περικαθάρματα — 1 Occ.
περικαλύπτειν — 1 Occ.
περικεκαλυμμένην — 1 Occ.
περίκειμαι — 1 Occ.
περικείμενον — 1 Occ.
περίκειται — 3 Occ.
περικεφαλαίαν — 2 Occ.
περικρατεῖς — 1 Occ.
περιέκρυβεν — 1 Occ.
περικυκλώσουσίν — 1 Occ.
περιέλαμψεν — 1 Occ.


<< περικαθάρματα
περικαλύψαντες

Englishman's Greek Concordance