περικαθάρματα
<< περιίστασο
περικαθάρματα

περικαθάρματα (perikatharmata) — 1 Occurrence

1 Corinthians 4:13 N-NNP
BIB: παρακαλοῦμεν ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου
NAS: we have become as the scum of the world,
KJV: as the filth of the world,
INT: we entreat as [the] refuse of the world


Strong's Greek 4027
1 Occurrence


περικαθάρματα — 1 Occ.

περιεζωσμέναι — 1 Occ.
περιεζωσμένοι — 1 Occ.
περιεζωσμένον — 1 Occ.
περιζωσάμενοι — 1 Occ.
περιζωσάμενος — 1 Occ.
περιζώσεται — 1 Occ.
περιθέσεως — 1 Occ.
περιέστησαν — 1 Occ.
περιεστῶτα — 1 Occ.
περιίστασο — 2 Occ.
περικαλύψαντες — 1 Occ.
περικαλύπτειν — 1 Occ.
περικεκαλυμμένην — 1 Occ.
περίκειμαι — 1 Occ.
περικείμενον — 1 Occ.
περίκειται — 3 Occ.
περικεφαλαίαν — 2 Occ.
περικρατεῖς — 1 Occ.
περιέκρυβεν — 1 Occ.
περικυκλώσουσίν — 1 Occ.


<< περιίστασο
περικαθάρματα

Englishman's Greek Concordance