περιερχόμεναι
<< περιῆλθον
περιερχόμεναι

περιερχόμεναι (perierchomenai) — 1 Occurrence

1 Timothy 5:13 V-PPM/P-NFP
BIB: ἀργαὶ μανθάνουσιν περιερχόμεναι τὰς οἰκίας
NAS: [to be] idle, as they go around from house to house;
KJV: [to be] idle, wandering about from house to house;
INT: [to be] idle they learn going about to the houses


Strong's Greek 4022
3 Occurrences


περιῆλθον — 1 Occ.
περιερχόμεναι — 1 Occ.
περιερχομένων — 1 Occ.

περιβλεψάμενοι — 1 Occ.
περιβλεψάμενος — 5 Occ.
περιεβλέπετο — 1 Occ.
περιβόλαιον — 1 Occ.
περιβολαίου — 1 Occ.
περιεδέδετο — 1 Occ.
περιεργαζομένους — 1 Occ.
περίεργα — 1 Occ.
περίεργοι — 1 Occ.
περιῆλθον — 1 Occ.
περιερχομένων — 1 Occ.
περιέχει — 1 Occ.
περιέσχεν — 1 Occ.
περιεζωσμέναι — 1 Occ.
περιεζωσμένοι — 1 Occ.
περιεζωσμένον — 1 Occ.
περιζωσάμενοι — 1 Occ.
περιζωσάμενος — 1 Occ.
περιζώσεται — 1 Occ.
περιθέσεως — 1 Occ.


<< περιῆλθον
περιερχόμεναι

Englishman's Greek Concordance