περίεργα
<< περιεργαζομένους
περίεργα

περίεργα (perierga) — 1 Occurrence

Acts 19:19 Adj-ANP
BIB: τῶν τὰ περίεργα πραξάντων συνενέγκαντες
NAS: who practiced magic brought
KJV: which used curious arts brought
INT: of those who the magic arts had practiced having brought


Strong's Greek 4021
2 Occurrences


περίεργα — 1 Occ.
περίεργοι — 1 Occ.

περιεβάλετο — 2 Occ.
περιεβάλομεν — 1 Occ.
περιέβαλον — 1 Occ.
περιβλεψάμενοι — 1 Occ.
περιβλεψάμενος — 5 Occ.
περιεβλέπετο — 1 Occ.
περιβόλαιον — 1 Occ.
περιβολαίου — 1 Occ.
περιεδέδετο — 1 Occ.
περιεργαζομένους — 1 Occ.
περίεργοι — 1 Occ.
περιῆλθον — 1 Occ.
περιερχόμεναι — 1 Occ.
περιερχομένων — 1 Occ.
περιέχει — 1 Occ.
περιέσχεν — 1 Occ.
περιεζωσμέναι — 1 Occ.
περιεζωσμένοι — 1 Occ.
περιεζωσμένον — 1 Occ.
περιζωσάμενοι — 1 Occ.


<< περιεργαζομένους
περίεργα

Englishman's Greek Concordance