περιεργαζομένους
<< περιεδέδετο
περιεργαζομένους

περιεργαζομένους (periergazomenous) — 1 Occurrence

2 Thessalonians 3:11 V-PPM/P-AMP
BIB: ἐργαζομένους ἀλλὰ περιεργαζομένους
NAS: at all, but acting like busybodies.
KJV: not at all, but are busybodies.
INT: working but being busybodies


Strong's Greek 4020
1 Occurrence


περιεργαζομένους — 1 Occ.

περιεβάλετέ — 2 Occ.
περιεβάλετο — 2 Occ.
περιεβάλομεν — 1 Occ.
περιέβαλον — 1 Occ.
περιβλεψάμενοι — 1 Occ.
περιβλεψάμενος — 5 Occ.
περιεβλέπετο — 1 Occ.
περιβόλαιον — 1 Occ.
περιβολαίου — 1 Occ.
περιεδέδετο — 1 Occ.
περίεργα — 1 Occ.
περίεργοι — 1 Occ.
περιῆλθον — 1 Occ.
περιερχόμεναι — 1 Occ.
περιερχομένων — 1 Occ.
περιέχει — 1 Occ.
περιέσχεν — 1 Occ.
περιεζωσμέναι — 1 Occ.
περιεζωσμένοι — 1 Occ.
περιεζωσμένον — 1 Occ.


<< περιεδέδετο
περιεργαζομένους

Englishman's Greek Concordance